
Είχε μέρες να φανεί. Της είχε υποσχεθεί ότι όποτε ξέμενε από λεφτά, θα περνούσε. Τι διάολο, οικονομίες κάνει, κι έχει ακόμα από τα τελευταία που τού ‘δωσε? Μήπως του έπεσε η σύνδεση και δεν μπορούσε να μπει να δει την τελευταία ανάρτησή της? Αυτό ήταν πολύ πιθανό... Αν δεν διάβαζε, δεν θα ήξερε το σενάριο... πως θα πήγαινε, αδιάβαστος? Πως θα ήξερε που ακριβώς να σταθεί μπαίνοντας, πότε ακριβώς θα την πρωτοαγγίξει και που, ποια ακριβώς θα είναι τα πρώτα του λόγια? Α, όλα κι όλα, ήταν σωστός επαγγελματίας, τα τιμούσε τα λεφτά που έπαιρνε. Δεν θα πήγαινε ποτέ έτσι! Αλλά πάλι... τόσος καιρός? Δεν είχε κι ένα τηλέφωνό του, να δει αν είναι καλά.
Έμεινε, για άλλο ένα βράδυ, μόνη... να αναπολεί την τελευταία τους φορά. Αααχ, εκείνη η φορά...! Χαμός είχε γίνει στα σχόλιά της, στην αντίστοιχη ανάρτηση. Ριγούσαν όλες οι νεραϊδοσυννεφολιμνολουλουδένιες φιλενάδες της! Την τάραξαν και κατ’ ιδίαν στα μέιλ! Να διαπιστώσουν αν όντως τα έζησε όλα αυτά... αν υπάρχουν τέτοιοι άντρες και εκτός Άρλεκιν... αν έχουν κι εκείνες ελπίδα να νιώσουν κάτι παραπλήσιο.
Τις είχε πείσει όλες. Τα είχε καταφέρει. Πέθαιναν από τη ζήλεια τους, πάλευαν να βρουν τι φταίει σ' αυτές και δεν ζούσαν κι εκείνες το όνειρο. Γιατί εκείνη το άξιζε κι αυτές όχι. Όλες στο ίδιο καζάνι έβραζαν. Μεγαλοκοπέλες που νεάνιζαν και κορόιδευαν πρώτα τους εαυτούς τους και μετά (νόμιζαν) και όλους τους άλλους. ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗ???????????????????????? Κι αυτές... κι αυτές ήθελαν να...
(συνεχίζεται...)